Μία ημέρα θα φύγω.
Οταν με ρώτησε - της έδειξα ένα σημείο του ουρανού - εκεί της είπα - είναι η πατρίδα μου. Μία ημέρα θα φύγω. Θα γυρίσω πίσω - με περιμένουν. Μία ημέρα - ξερίζωσα τα φτερά μου. Οι πραπίδες μου έκλεισαν. Δεν ξαναείδα - όνειρο. Η ρόδα έσπασε - πέσανε οι ακτίνες της ξύλινες - σαν παλούκια που σημαδεύουνε το χωράφι. Εκεί - είπε η Αννα είναι μακριά. Σε είδα - είπε - που στάθηκες ούτε Σπουργίτης - ούτε Νικηφόρος. Πόσους θανάτους γυρεύεις ; Πόσα βάρη πρέπει ν αφήσης - για να σηκωθής ; Περάσανε χρόνια - γεράσαμε. Συνέχισε να σκουπίζη - να βάζη τα πιάτα στο τραπέζι - να πλένη τα πόδια της στην αυλή - και μέσα της - σαν σπασμένος καθρέφτης - ακόμα πιό μακριά - και ξένος - ο πρώτος ουρανός.

